EN DE |

Ανάγκη προσέλκυσης τουριστών υψηλότερου εισοδήματος και καταπολέμησης της εποχικότητας

10.08.2017 | 09:32

Ανάγκη προσέλκυσης τουριστών υψηλότερου εισοδήματος και καταπολέμησης της μεγάλης εποχικότητας, είναι τα βασικά συμπεράσματα της νέας μελέτης που συνέταξε η Διεύθυνση Οικονομικής Ανάλυσης της Εθνικής Τράπεζας, που εστιάζει στον εντοπισμό των κινητήριων δυνάμεων που έχουν τεθεί σε λειτουργία (κυρίως από τη δυναμική των ξένων τουριστών και την αναβάθμιση των υποδομών του κλάδου), αλλά και των παραγόντων που φρενάρουν την περαιτέρω ανάπτυξη των ελληνικών ξενοδοχείων (κυρίως εποχικότητα και ποιότητα τουριστικού μείγματος).

Ο ελληνικός ξενοδοχειακός κλάδος αύξησε την εξωστρέφειά του και υπερκάλυψε την πτώση της εγχώριας ζήτησης – με αποτέλεσμα η συνολική ζήτηση σε όρους αφίξεων να ανέβει κατά 12% στη διάρκεια της κρίσης.

Αιχμή της ανόδου αποτέλεσαν οι μεμονωμένοι ξένοι τουρίστες (αύξηση του μεριδίου τους στην εξωτερική ζήτηση ξενοδοχείων σε 45% το 2016 από 25% το 2008). Η εξέλιξη αυτή είναι σημαντική, καθώς οι μεμονωμένες κρατήσεις είναι πιο προσοδοφόρες (8% υψηλότερες κατά μέσο όρο έναντι των κρατήσεων μέσω πρακτορείων) – με τη διαφορά να αγγίζει το 20% το 2016.

Επίσης αξιοσημείωτη εξέλιξη της περιόδου κρίσης είναι η ποιοτική αναβάθμιση (που συνοδεύτηκε από αύξηση κλινών κατά 10% την περίοδο 2008 – 2016), με περισσότερο από το 80% των νέων κλινών να αφορούν ξενοδοχεία 4 – 5 αστέρων, διαμορφώνοντας το συνολικό τους μερίδιο στο 43% των κλινών το 2016, έναντι 37% το 2008.

Η ημερήσια δαπάνη των ξένων τουριστών στην Ελλάδα (περίπου το 1/2 αυτής κατευθύνεται στα ξενοδοχεία) παραμένει την τελευταία δεκαετία κοντά στα 70 ευρώ, επίπεδο χαμηλότερο κατά 15% από το μέσο όρο των άμεσα ανταγωνιστικών προορισμών. Πιθανή ερμηνεία αυτής της εξέλιξης αποτελεί η ποιοτική σύνθεση των τουριστών, καθώς αυξάνεται το μερίδιο αφίξεων από τη νοτιοανατολική Ευρώπη σε 11% το 2016 από 4% το 2005 (εν μέρει λόγω της σταδιακής βελτίωσης των σχετικών υποδομών οδικής σύνδεσης, όπως η Εγνατία Οδός και οι νέοι συνοριακοί σταθμοί, αλλά και της αύξησης του κατά κεφαλήν εισοδήματος στις χώρες αυτές).

Επιβεβαιωτικό στοιχείο για αυτή την εξέλιξη, αποτελεί ότι το μερίδιο των ξένων τουριστών υψηλού εισοδήματος μειώθηκε σε 23% το 2016 από 27% το 2008.

Επιπλέον, η εποχικότητα του ελληνικού τουρισμού παραμένει υψηλή, με άνω των 3/4 των διανυκτερεύσεων να αφορούν την περίοδο Ιουνίου – Σεπτεμβρίου (έναντι 60% για ανταγωνιστικούς προορισμούς), με αποτέλεσμα να περιορίζεται:

– Η πληρότητα έτους στο 27% (έναντι 40% για τους ανταγωνιστές)

– Η απόδοση των ξενοδοχειακών υποδομών, η οποία είναι 8% χαμηλότερη έναντι των ανταγωνιστών σε όρους λειτουργικής κερδοφορίας ανά μονάδα παγίων (παρά τη στήριξη της κερδοφορίας από τις υψηλές τιμές των καλοκαιρινών μηνών).

Συνεπώς, μεσοπρόθεσμα η διεύρυνση της τουριστικής περιόδου στα πρότυπα των άμεσα ανταγωνιστικών προορισμών σε συνδυασμό με την προσέγγιση της ποιοτικής σύνθεσης των τουριστών στην Ελλάδα με αυτή σε άμεσους ανταγωνιστικούς προορισμούς, θα μπορούσε να αυξήσει τις τουριστικές εισπράξεις κατά 5 δισ. ετησίως (αύξηση 40%).

Οι απαιτούμενες επιπλέον επενδύσεις για την υλοποίηση αυτής της στρατηγικής είναι σωρευτικά 6 δισ. σε ξενοδοχεία και 16 δισ. σε λοιπές τουριστικές υποδομές – με τις αναβαθμισμένες υποδομές να προσελκύουν υψηλότερου εισοδήματος τουρίστες λειτουργώντας αυξητικά τόσο για τις τιμές των ξενοδοχείων όσο και για την ευρύτερη κατανάλωση αγαθών και υπηρεσιών. Οι παραπάνω υποδομές θα μπορούσαν να ολοκληρωθούν σε ορίζοντα πενταετίας, αν οι ετήσιες τουριστικές επενδύσεις επιστρέψουν κοντά στο προ κρίσης επίπεδό τους.

Επιπλέον, ο περιορισμός της εποχικότητας συνάδει με την προώθηση των αστικών προορισμών, των οποίων τα ξενοδοχεία τονίζουν ως σημαντικό παράγοντα ανάπτυξης την ανάδειξη ειδικών μορφών τουρισμού (συνεδριακός, ιατρικός, αθλητικός κτλ.).

 

Source: http://bit.ly/2vEqnmP